|
Θεωρία γνωστικής επιστήμης Ένα βασικό θέμα που πρέπει να λαμβάνουμε υπ’οψη μας κατά τη σχεδίαση εκπαιδευτικών εφαρμογών, είναι οι διαδικασίες απόκτησης γνώσης. Η παρουσίαση των πληροφοριών πρέπει να γίνεται με τρόπο που διευκολύνει την αφομοίωσή τους από τους μαθητευόμενους. Για να πετύχουμε όμως έναν τέτοιο τρόπο παρουσίασης, πρέπ ει να γνωρίζουμε με αρκετή ακρίβεια τη διαδικασία μέσα από την οποία λαμβάνει χώρα αυτή η αφομοίωση. Υπάρχει ένας ολόκληρος επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την ανίχνευση των διαδικασιών αυτών: η γνωστική επιστήμη (cognitive science). Εν γένει, ο ό ρος cognition αναφέρεται στις διαδικασίες με τις οποίες εξοικειωνόμαστε με τα πράγματα ή με άλλα λόγια, με το πως αποκτούμε γνώση. Στις διαδικασίες αυτές περιλαμβάνονται η κατανόηση, η ενθύμηση, η εκλογίκευση, η παρακολούθηση, η απόκτηση ικανοτήτων και η δημιουργία νέων ιδεών. Ένα πρώτο βήμα στη γνωστική ψυχολογία, ήταν να χαρακτηριστούν οι άνθρωποι ως επεξεργαστές πληροφορίας (human information processor). Ο,τιδήποτε αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις, είναι πληροφορία που επεξεργάζεται ο εγκέφαλος. Σε όλα τα στάδια της επεξεργασίας αυτής, έχουμε αλληλεπίδραση με τη μνήμη και την προσοχή (attention). Από αυτή τη θεώρηση, προκύπτει ότι πρέπει να έχουμε κατά νου το πως θα γίνει αντιληπτή η πληροφορία που θέλουμε να παρουσιάσουμε από τους επεξεργαστές αντ ίληψης, το πως θα τραβήξουμε την προσοχή στην πληροφορία αυτή, και τις διαδικασίες επεξεργασίας της και αποθήκευσής της στη μνήμη [1]. Σε αντίθεση με αυτή τη θεώρηση, μπορούμε τη δούμε τη γνώση ως μια υπαρξιακή διαδικασία κατά την οποία η πληροφορία δομεί ται μέσα από μια βιολογικά και κοινωνικά θεμελιωμένη εμπειρία: η ανθρώπινη γνώση είναι πάντα το να «ξέρουμε κάτι για κάποιον μέσα σ’ένα πλαίσιο». Μέσα σ’αυτό το πλαίσιο, η ανθρώπινη μάθηση είναι ζήτημα ατομικής, αλληλεπιδραστικής αναδόμησης των εσωτερικών αναπαραστάσεων. Ορίζεται επομένως ως μια εκουσίως motivated ενέργεια που στοχεύει συγκεκριμένα στη μετατροπή εξωτερικών αντικειμενικών πληροφοριών σε εσωτερική, γεμάτη νόημα γνώση [10]. Από αυτή τη θεώρηση προκύπτει, ότι η προσοχή μας πρέπει να στραφεί σ το πως θα ενεργοποιήσουμε κατάλληλα αυτή τη διαδικασία μετατροπής. Δεν πρέπει όμως να βλέπουμε τη μάθηση ανεξάρτητα από το προϋπάρχον γνωστικό πλαίσιο του μαθητευόμενου. Η ευκολία στην απόκτηση γνώσης έχει να κάνει και με την εύκολη ένταξη της στις ήδη υπάρχουσες γνωστικές δομές. Η μάθηση είναι επομένως η αναδιοργάνωση των γνωστικών δομών. Οι δομές αυτές αναφέρονται ως «σχήματα». Ένα σχήμα αποτελείται από ένα σύνολο ιδιοτήτων. Οι ιδιότητες, είναι οι συσχετίσεις που σχηματίζει κάποιος γύρω από μια ιδέα. Τα σχήματα οργανώνονται σ’ενα δίκτυο συσχετιζόμενων εννοιών γνωστό ως το «σημασιολογικό μας δίκτυο» (semantic network). Η ένωση των σχημάτων γίνεται με ιδιότητες ή συσχετίσεις. Οι ενώσεις αυτές είναι που δίνουν στο μαθητευόμενο τη δυνατότητα να συνδυάζει ιδέες, infer, extrapolate ή αλλιώς να αιτιολογεί με βάση αυτές. [9] Η μάθηση νέων ιδεών, έχει τότε να κάνει με την επέκταση του σημασιολογικού δικτύου. Η εμπέδωση της νέας γνώσης λοιπόν από το μαθητευόμενο δεν είναι τίποτε άλλο από την ολοκλήρωση των νέων γνωστικών στοιχείων με την ήδη υπάρχουσα γνώση που διαθέτει. Αυτό δεν είναι απλά μια επισύναψη αλλά σημαίνει ενδεχομένως και αναδιοργάνωση της ήδη υπάρχουσας γνώσης, ώστε το νοητικό μοντέλο που προκύπτει να είναι συνεπές ως λογικός χώρος [11]. Επομένως ένα ακόμη σημαντικό σημείο είναι η παροχή των κατάλληλων ιδιοτήτων ή συσχετίσεων που θα επιτρέψουν την εύκολη και σωστή σύνδεση των νέων σχημάτων με τα ήδη υπάρχοντα. Τέλος, αναφορά πρέπει να γίνει στις σύγχρονες εκπαιδευτικές αντιλήψεις και τάσεις, ως προς την αντιμετώπιση του μαθητευόμενου. Τάσεις που αξίζει να σημειώσει κανείς είναι : μάθηση μέσω της ανακάλυψης : δίνουμε στο μαθητευόμενο την ελευθερία να «ανακαλύψει» την καινούρια γνώση, χωρίς καθοδήγηση προς την κατεύθυνσή της, φροντίζοντας μόνο να υπάρ χουν πάντα τα απαραίτητα κίνητρα για την ανακάλυψη αυτή (discovery learning). ενεργός συμμετοχή : αντί για δασκάλους που «εκπέμπουν» πληροφορίες τις οποίες «λαμβάνουν» οι μαθητές, δίνεται έμφαση στη σημασία της ενεργού συμμετοχής των μαθητών στη διαδικασία δόμησης της γνώσης. trial and error : Σημαντικό ρόλο παίζει το να παρέχεται στο μαθητευόμενο η δυνατότητα, κατά την αναδιοργάνωση των γνωστικών δομών του, να διδάσκεται από τα λάθη του. Επομένως, από αυτή την άποψη, το ιδανικό μαθησιακό περιβάλλον είναι α υτό που εξασφαλίζει ότι τα σφάλματα του μαθητευόμενου δεν αποτελούν πλέον λάθη που όφειλε να αποφύγει, αλλά μέθοδο προσέγγισης του επιθυμητού γνωστικού αποτελέσματος [11]. |
Επιστροφή στην αρχή της σελίδας